το παρακάτω κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Κοσμοδρόμιο, στις 10/5/2025

Είναι πολλά χρόνια που δεν έχω πάει στην Πάτρα, δεν ξέρω αν εκείνο το σπίτι είναι ακόμα εκεί ή αν γκρεμίστηκε για να δώσει θέση στην μικρή περιφερειακή. Ήταν μια παλιά ισόγεια μονοκατοικία που ήταν αδύνατο να μην τη δεις μπαίνοντας στην Πάτρα, πάνω σε έναν πράσινο λόφο στα αριστερά, εκεί που η Εθνική γινόταν οδός Κορίνθου. Διακριτική όπως κάθε ισόγεια μονοκατοικία αλλά εντελώς περίοπτη και εκτεθειμένη στο βλέμμα κάθε οδηγού που έμπαινε στην Πάτρα. Το έχω δει τόσες φορές και το έχω κοιτάξει τόσες φορές που μου κάνει εντύπωση να μην υπάρχει ανάμεσα στις φωτογραφίες μου (ΥΓ: το βρήκα). Να σημειώσω, δεν ξέρω τίποτα για εκείνους που το έφτιαξαν και για εκείνους που το κατοικούν, αν κατοικείται.

Ένα περίοπτο σπίτι, από εκείνα που είναι πιο εύκολο να τα περιγράψεις παρά να δώσεις οδό και αριθμό, είναι συνήθως και ένα επώνυμο σπίτι: το “κόκκινο σπίτι” της Χαλκίδας, η “Οικία Τσίλλερ” η “Ροζ Βίλλα”, ο “Αίολος” στην Καλλιδρομίου. Το σπίτι κάποιου που θέλει να φαίνεται, που διεκδικεί μια εξέχουσα κοινωνική θέση. Είναι μια συνθήκη αναμενόμενη. Το ίδιο αναμενόμενη είναι και η δημόσια έκθεση των απελπισμένα φτωχών, εκείνων που δεν βρίσκουν νόημα να κρυφτούν στην αφάνεια ή που απλά αυτό που κάνουν για την επιβίωσή τους δεν τους το επιτρέπει: οι Πακιστανοί στα φανάρια, οι Ρομά κάτω από τη γέφυρα της Πέτρου Ράλλη, οι εκδιδόμενες της Αθηνών. Η δημόσια έκθεση είναι επιλογή για τους σελέμπριτις και ταυτόχρονα είναι και η αναγκαστική συνθήκη του απόκληρου. Υπάρχουν και εκείνοι που θεωρούν ότι είναι πιο ασφαλείς ως αόρατοι, όπως οι μετανάστες της πολυκατοικίας μου που αν τους χτυπήσεις την πόρτα θα προσποιηθούν ότι δεν είναι μέσα, ή άνθρωποι που δεν θέλουν να υπάρχει το όνομά τους στο κουδούνι της εισόδου.

Μόνο συμπτωματικά η περιφανής παρουσία αφορά τη μεγάλη μάζα των κάποτε μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων. Συμβαίνει κάποια φορά να είναι περίοπτα τα σπίτια εκείνων των ανθρώπων που συνήθως προτιμούν την διακριτική παρουσία της ομοιομορφίας. Καμιά φορά ένα τέτοιο σπίτι ξεχωρίζει από τον οικιστικό ιστό. Πολλές φορές είναι σημάδι μιας αλλαγής των καιρών, κάποιας ανολοκλήρωτης κοινωνικής μεταβολής. Ας πούμε ότι αυτά τα σπίτια είναι ένα ισχυρό σημαίνον για την κοινωνική ιστορία μιας πόλης. Κάποια αστική ανάπτυξη που ανακόπηκε, ένας καινούριος αυτοκινητόδρομος ή αλλαγή του πολεοδομικού σχεδιασμού. Όπως η Λένορμαν που κάποτε διαπλατύνθηκε άφησε πολλά σπίτια κομμένα στη μέση, η στρογγυλή πλατεία της Ιεράς οδού που δεν κατασκευάστηκε ποτέ, εκείνα τα σπίτια που στέγασαν οικογένειές στις παρυφές της πόλης σε αυθαίρετα ή εκείνα στις στέψεις των νταμαριών της Αθήνας.

Η έκθεση στο βλέμμα συνήθως αντιμετωπίζεται ως κάποιου είδους αντικειμενοποίηση, ως εξουσία αυτού που ασκεί το βλέμμα πάνω στο αντικείμενο του βλέμματος. H Mulvey στο “Visual and other pleasures” ωστόσο μιλάει και για την ευχαρίστηση του να είσαι ο ίδιος το αντικείμενο ενός βλέμματος. Μπορούμε να το προεκτείνουμε και στην ευχαρίστηση που μας αρέσει να επιδεικνύουμε τα ίχνη της παρουσίας μας, οτιδήποτε αντιλαμβανόμαστε ως στοιχείο της ταυτότητάς μας. Δεν είναι όμως αυτή η περίπτωση των ανώνυμων περίοπτων. Περισσότερο μοιάζει με το να γίνεσαι τίτλος στις ειδήσεις για τους λάθος λόγους, σαν κάποιος κατά λάθος να τραβάει τα βλέμματα πάνω του.